enacademic.com 🎓²
47 subscribers
6.92K photos
8.46K videos
4.31K files
101K links
Download Telegram
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
ample - collocations.enacademic.com

Look at other dictionaries: ample — ample … Dictionnaire des rimes. ample — [ ɑ̃pl ] adj. • XIIe; lat. amplus 1 Qui a de l ampleur. ⇒ large. Manteau ample (opposé à cintré, ajusté). ♢ D une amplitude considérable. Des mouvements amples.
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
δίζηση - greek_greek.enacademic.com

η (Α δίζησις) [δίζημαι] νεοελλ. «διζήσεως ευεργέτημα» το δικαίωμα τού εγγυητή να αρνηθεί την καταβολή οφειλής μέχρις ότου ο δανειστής προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον τού πρωτοφειλέτη αρχ. έρευνα, ανάκριση ...
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
μορατόριο - greek_greek.enacademic.com

και μορατόριουμ, το 1. συμφωνία ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή κράτη για προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επιδείνωναν τις μεταξύ τους σχέσεις 2. (νομ.) δικαιοστάσιο 3. προσωρινή απαγόρευση τής χρήσης ή τής παραγωγής ενός ...
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
μαζούρκα - greek_greek.enacademic.com

(mazurka). Λαϊκός πολωνικός χορός, που εμφανίστηκε στις αρχές του 16ου αι. και του οποίου η ονομασία προήλθε από την περιοχή της Μαζουρίας (βλ. λ.). Λαμπερή, ζωηρή, αλλά με μέτρια ρυθμική αγωγή, η μ. έχει τριμερή ρυθμό, που ...
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
Pacta privata juri publico derogare non possunt

Private contracts cannot impair public law. Anderson v Eggers, 63 NJ Eq 264, 49 A 578...
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
ευπαίδευτος - greek_greek.enacademic.com

η, ο (Α εὐπαίδευτος, ον) μορφωμένος, πολυμαθής αρχ. 1. αυτός που δείχνει, που δηλώνει πολυμάθεια («εὐπαίδευτος ἐπιστολή», Διον. Αλ.) 2. φρ. «εὐπαίδευτόν ἐστι» είναι έργο μορφωμένου ανθρώπου. επίρρ... ευπαιδεύτως (Α ...
enacademic.com 🎓²
Video
enacademic.com
εξέλαση - greek_greek.enacademic.com

η (AM ἐξέλασις) [εξελαύνω] νεοελλ. (μεταλργ.) κατεργασία εξαναγκασμού ψυχρής μεταλλικής ράβδου να περάσει από τρύπα ολκού μικρότερης διαμέτρου την οποία αποκτά και η διατομή τής ράβδου μσν. επίταξη για πολεμικούς ...